Δεν ξέρω πώς θα με φωνάζουν στην επόμενη ζωή μου. Βασικά δεν ξέρω αν θα ξαναγεννηθώ σε μια σφαίρα όπου θα υπάρχουν ονόματα. Έχουν τα σκαθάρια ονόματα; Πιθανόν το τωρινό μου όνομα Ντζόνκσαρ Τζάμυανγκ Κυέντσε θα δοθεί στο παιδί ενός φιλόδοξου ανθρώπου με επιρροή ή ενός χειριστικού συγγενή. Και θα πεθάνω μέσα στο τσάι ενός παιδιού που θα πάρει αυτό το όνομα.
Όταν ήμουν μικρός, το παρατσούκλι μου ήταν «Λέπο», που σημαίνει χαζός. Στο Μπουτάν, οι περισσότεροι δεν νοιάζονται να τους αποκαλούν χαζούς, ή χοντρούς, ή μπάλες ρυζιού, ή ξεπεσμένους μοναχούς, ή τηγάνια. Στη πραγματικότητα, όταν το Μπουτάν αναγκάστηκε να υποκύψει και να συμβιβαστεί με το παγκόσμιο φαινόμενο της απογραφής και των ταυτοτήτων, πολλοί κατέληξαν να βάζουν τα παρατσούκλια τους στα διαβατήριά τους. Έτσι τώρα έχω έναν Κένπο στο μοναστήρι μου, που το διαβατήριό του γράφει «Γιόνγκμπα», που είναι ένας άλλος τρόπος να πούμε χαζός. Τα επίθετα σπανίζουν στο Θιβέτ και στο Μπουτάν, κι ακόμη παραπάνω τα μητρώνυμα.
Κατά τη διάρκεια της τελετής χειροτονίας ή καταφυγίου, ο κάθε μοναχός παίρνει ένα ωραίο όνομα, το οποίο όμως σπάνια χρησιμοποιείται. Παλιότερα, όταν προσπαθούσα να χτίσω το μοναστικό μου σχολείο στο Μπιρ, είχα λίγους μοναχούς που εργάζονταν εκεί. Όταν τους απευθυνόμασταν με τα Νταρμικά τους ονόματα, όπως «Κάτοχε του Φωτός» ή «Λάβαρο της Νίκης», κανείς δεν απαντούσε. Ο μόνος τρόπος να τραβήξουμε τη προσοχή τους, ήταν να φωνάξουμε «Ελικόπτερο!» ή «Αλατόσακε!» κι ερχόταν αμέσως.
Έπονται στη συνέχεια κάποια άλλα ονόματα που οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν καν ότι τα έχουν. Οι μοναχοί στη σέντρα δίνουν στους δασκάλους τους και στους τελετάρχες τους ένα σωρό ευφάνταστα παρωνύμια πίσω από τη πλάτη τους κρυφά. Για παράδειγμα, ο ηγούμενος του Μοναστικού Κολλεγίου Ντζόνκσαρ, ο Κένπο Κούνγκα Ουάνγκτσουκ, που ήταν ένας σπουδαίος γαλήνιος ασκητής, τόσο αφοσιωμένος στο Ντάρμα, αλλά κάποιοι μοναχοί στα κρυφά τον αποκαλούσαν «Γκάμπαρ Σινγκ», που ήταν ένας σαδιστής κακοποιός σε μια ταινία Μπόλιγουντ του 1970, υποθέτω επειδή τον φοβόντουσαν.
Τα αδέρφια μου είχαν όλα παρατσούκλια. Η μεγαλύτερη αδερφή μου, Κέλσανγκ Τσόντεν, αποκαλούνταν «Λέμμο», που σημαίνει χαζούλα, αλλά δεν ήταν προσβολή, επειδή πάντα ήταν πολύ έξυπνη κι εκλεπτυσμένη. Πήγαινε στο χριστιανικό σχολείο της Αγίας Ελένης στο Κάρσιανγκ της Δυτικής Βεγγάλης κι εμείς οι μικρότεροι περιμέναμε με ανυπομονησία πότε θα γυρίσει στις διακοπές για να μας διαβάσει αυτά τα μικρά εγγλέζικα βιβλιαράκια. Αυτή με εισήγαγε στην Κοκκινοσκουφίτσα. Οι δυτικές ιστορίες και οι ζωγραφιές ήταν τόσο δυνατές. Άκουγα τη Κοκκινοσκουφίτσα ξανά και ξανά και ποτέ δεν βαριόμουν και μετά ξαγρυπνούσα τη νύχτα γιατί φοβόμουν τον κακό λύκο.
Η νεότερη αδερφή μου, Γιέσε Πέλτζομ, ονομαζόταν «Μπακτάνγκμο», που σημαίνει «χοντρούλα» επειδή ήταν λίγο στρογγυλή όταν ήταν μικρή. Η εικόνα της παχουλής πεισματάρας Γιέσε Πέλτζομ με το σκούρο μωβ φουστάνι της έχει μείνει πολύ έντονη στον νου μου μέχρι σήμερα. Στο σύντομο χρονικό διάστημα που πέρασα στο σπίτι με την οικογένειά μου, ένιωθα πολύ προστατευτικός απέναντί της. Φυσικά τώρα δεν είναι πια καθόλου στρογγυλή αλλά ακόμη είναι λίγο πεισματάρα. Το πείσμα είναι το σήμα κατατεθέν των παιδιών του Τίνλευ Νόρμπου, που ήταν γνωστός στους συγχρόνους του ως ενσάρκωση του πείσματος.
Ο νεότερος αδερφός μου Γκάραμπ Ντόρτζι αποκαλούνταν «Μέμε Γκάραμπ» που σημαίνει γερο-Γκάραμπ. Δεν θυμάμαι για ποιο λόγο λεγόταν έτσι. Ο μικρότερος αδερφός μου Τζάμπαλ Ντόρτζι ονομαζόταν «Γκάνκονλα» που σημαίνει βότσαλο. Τον θυμάμαι σαν παιδάκι, αλλά ακόμη και σήμερα, να τρέχουν τα σάλια του όταν μιλάει. Η μικρότερη αδερφή μου Πέμα Τσόκυι λεγόταν «Νιγιάμο» που σημαίνει ποντίκι. Και τέλος, ο πιο μακρός αδερφός μου Ούγκυεν Νάμγκευ αποκαλούνταν «Τάιλα» που σημαίνει φασόλια. Δυστυχώς δεν έχω σχεδόν καμμιά μνήμη από αυτά τα δύο μικρότερα, γιατί όταν αυτά εμφανίστηκαν, εγώ είχα ήδη φύγει από καιρό.
Κοινώς αλλά και ενίοτε επισήμως, ονομάζομαι Ντζόνκσαρ Τζάμυανγκ Κυέντσε, αλλά αυτό είναι ένα κάπως γενικό όνομα, δεν είναι προσωπικό. Ντζόνκσαρ είναι ένα μέρος, σαν το Νάσβιλ και Τζάμυανγκ Κυέντσε ήταν το όνομα του Τζάμυανγκ Κυέντσε Ουάνγκπο. Αργότερα, όταν μετενσαρκώθηκε, το όνομά του πέρασε σε όλες τις μετενσαρκώσεις του κι επειδή έτυχε να είμαι μια από αυτές, πήρα αυτό το όνομα.
Όταν οι γονείς με φέρανε σαν μωρό στον πατρικό μου παππού, Ντύτζομ Ρίνποτσε, μού έδωσε το όνομα Κυέντσε Νόρμπου, με το οποίο με φώναζε αποκλειστικά ο πατέρας μου. Νομίζω ότι ο Ντύτζομ Ρίνποτσε προσπαθούσε να δώσει το όνομα Νόρμπου σε όλους τους απογόνους του: Τίνλευ Νόρμπου, Σένπεν Νόρμπου, Πέντε Νόρμπου και μετά σ’ εμένα. Αλλά όταν μεγάλωνα με τους παππούδες μου στο ανατολικό Μπουτάν, κάποιοι με φώναζαν «Λάμα Ντάζα», που σημαίνει μικρός λάμα. Και κάποιοι άλλοι με φώναζαν Ντούνγκσε Ρίνποτσε, όνομα με το οποίο καλούνται οι κάτοχοι μιας οικογενειακής γενεαλογίας, σαν τον πατέρα μου, Ντούνγκσε Τίνλευ Νόρμπου Ρίνποτσε, δηλαδή γιος του Ντύτζομ Ρίνποτσε.
Υστέρα, όταν ενθρονίστηκα στο Σικκίμ, ο Σάκυα Τρίζιν έστειλε ένα κόκκινο ύφασμα με το όνομα «Τζάμυανγκ Τούμπτεν Τσόκυι Γκυάτσο» ζωγραφισμένο επάνω από έναν λωτό, έναν ήλιο κι έναν δίσκο σελήνης στηριζόμενο από δύο λιοντάρια. Ο 16ος Κάρμπαπα επίσης μου έδωσε το όνομα «Τσάνπα Λάγι Μέτοκ», που σημαίνει «ουράνιο λουλούδι». Αργότερα, πήγα στον Δαλάι Λάμα για να λάβω ως είθισται την ευλογία του και μου έδωσε το όνομα «Σένπεν Τσόκυι Νάνγκουα» που σημαίνει «προβολή του Ντάρμα που ωφελεί τους άλλους». Αλλά το περισσότερο καιρό οι παιδαγωγοί μου και οι άλλοι Λάμα αναφερόταν σε μένα ως Γιάνγκσι Ρίνποτσε, που σημαίνει ο επανενσαρκωμένος. Κάποιοι από τους μεγαλύτερους σε ηλικία Λάμα, σαν τον Όργκιεν Τόπγκυαλ Ρίνποτσε, ακόμη με φωνάζουν Γιάνγκσι. Όταν ήμουν μικρό παιδί και λάμβανα διδασκαλίες από τον Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε, έμαθα ότι οι άλλοι νεαροί τούλκου μερικές φορές με φώναζαν «Τρίμταρ» που σημαίνει «υπεράνω νόμου», επειδή ο Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε δεν με μάλωνε ποτέ, ούτε ποτέ είχε υψώσει τη φωνή του, ούτε μου είπε καμία βαριά κουβέντα, ούτε καν έδειξε ποτέ αποδοκιμασία, ακόμη κι όταν έμπλεκα σε μπελάδες. Νομίζω υπήρχε η διάχυτη εντύπωση ότι κανένας άλλος δεν θα γλύτωνε με τις σκανδαλιές που έκανα. Αργότερα, όταν δούλευα στα γυρίσματα του Μικρού Βούδα με τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, η ομάδα των Ιταλών είχαν δυσκολία να προφέρουν το όνομά μου και αποφάσισαν να με αποκαλούν «Πίκολο Πάντρε», που νομίζω σημαίνει «μικρός πατέρας». Κι εξαιτίας κάποιων άτακτων Σιγκαπουριανών και Μαλαισιανών, μερικοί άνθρωποι τώρα με αποκαλούν «Αφεντικό» πίσω από τη πλάτη μου.
Φανταστείτε τις δυσκολίες που είχα όταν ήρθε η ώρα να αρχίσω να ταξιδεύω γύρω στον κόσμο και έπρεπε να καταθέσω αίτηση για ένα φαινόμενο που λέγεται διαβατήριο.