Επεισόδιο 2: Να Κλάψεις ή να Μην Κλάψεις

Αφού οριακά επέζησα παραπάνω από μισόν αιώνα σε αυτή τη παραίσθηση της ζωής – αφού οδήγησα χιλιάδες μίλια σε κάποιους από τους πιο δόλιους δρόμους σε μέρη όπως η Ινδία και το Μπουτάν, αφού πέταξα εκατοντάδες χιλιάδες μίλια γύρω από τον κόσμο μέσα σε ασταθή αεροπλάνα, αφού έχω καταναλώσει ποιος οίδε τι τροφές από πλανόδιους πωλητές στη Μπανγκόκ ή τοξίνες καμουφλαρισμένες ως σπουδαία τσάγια στο ξενοδοχείο Peninsula – κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το να είσαι ικανός να κλάψεις είναι ένα δώρο.
Το θέαμα των δακρύων, ιδιαίτερα των παιδιών και δη των κοριτσιών, παραμένει στη συνείδησή μου για χρόνια. Μια φορά η Κλαούντια με πήγαινε με το αμάξι στο αεροδρόμιο του Σίντνεϊ και η κόρη της Σασίκο, μόλις λίγων μηνών, έκλαιγε για να τραβήξει τη προσοχή στο πίσω κάθισμα. Αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα, καθώς ήμασταν στον γεμάτο αυτοκινητόδρομο. Μερικές φορές αυτή η σκηνή ακόμη επιστρέφει να με στοιχειώσει. Ελπίζω να μην τής ρίζωσε ένας φόβος εγκατάλειψης από εκείνη τη μέρα.
Στο περιβάλλον που μεγάλωσα, τα παιδιά που δεν κλαίγανε τα παινεύαν οι μεγάλοι. Γι’ αυτό ήμουν περήφανος που τα συγκρατούσα και δεν ήμουν κανένα βουτυρόπαιδο. Δεν έχυσα ούτε ένα δάκρυ όταν με πήραν από τους παππούδες μου για το οικοτροφείο. Ακόμη και μετά, εκείνη τη σημαδιακή μέρα που ακολούθησε, όταν με πήραν από το σπίτι και από το σχολείο για πάντα, συγκράτησα τα δάκρυά μου, αν και χρειάστηκε να προσπαθήσω αρκετά. Εκείνη τη μέρα, έπρεπε να αποχαιρετήσω τους παππούδες μου από τη πλευρά της μητέρας μου, που με είχαν αναθρέψει και να φύγω για το Σικκίμ, που ήταν πιο μακριά απ’ όσο χωρούσε ο νους μου. Κανείς δεν ανέφερε κάτι για πιθανή επιστροφή. Το Σικκίμ γεωγραφικά μπορεί να μην απέχει πολύ από το ανατολικό Μπουτάν, αλλά η απόσταση, το ύψος και ο χρόνος είναι όλα σχετικά και αλλάζουν ανάλογα με τις αλλαγές της προοπτικής του καθενός. Υπό την οπτική ενός πεντάχρονου αγοριού, δεν θα μπορούσε να είναι πιο μακριά.
Είχα ακούσει ανθρώπους να μιλάνε για μέρη σαν το Σικκίμ και το Νεπάλ αλλά ποτέ δεν φαντάστηκα ότι θα είχα την ευκαιρία να πάω εγώ ο ίδιος. Κάποιες φορές περνούσε κανένα αεροπλάνο πάνω από τα κεφάλια μας και όλοι συνωστίζονταν να βγουν έξω να το χαζέψουν. Καθόταν εκεί για πολλή ώρα αφού είχε περάσει το αεροπλάνο και κοίταζαν τις λευκές γραμμές που έσχιζαν τον ουρανό. Και για πολλές μέρες μετά κουβέντιαζαν για το πώς να ήταν εκεί ψηλά. Υπέθετα ότι δεν θα έχω ποτέ την ευκαιρία να πετάξω επειδή ήταν κάτι για σημαντικούς, πλούσιους ανθρώπους. Μια φορά κατέφθασε ένας συγγενής και είπε ότι είχε πάρει μια πτήση. Διηγούνταν την ιστορία του στη κουζίνα, την ώρα που όλοι τρώγαμε γύρω από τη φωτιά, και δεν ήμουν μόνον εγώ καταγοητευμένος, ακόμη και οι μεγάλοι ακούγανε με προσοχή. Κάθε νύχτα ο συγγενής αυτός θα έλεγε ξανά και ξανά την ουράνια εμπειρία του.
Όπως κι αν έχει, όταν έφτασε η μέρα που θα έπρεπε να πάω σε αυτό το μακρινό μέρος που λεγόταν Σικκίμ, σκεφτείτε, οδικά, η γιαγιά μου δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Θυμάμαι τον παππού μου να την μαλώνει, λέγοντας ότι το να δείχνει τα συναισθήματά της ήταν δυσοίωνο. Το γεγονός ότι είδα έναν μεγάλο να κλαίει πρέπει να μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση, ειδικά κάποιον που σεβόμουν τόσο πολύ, επειδή αυτή είναι η πιο δυνατή ανάμνηση από τις λίγες που έχω κρατήσει από τη γιαγιά μου.
Αργότερα κατάλαβα ότι υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους κλαίνε οι άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων που σέβομαι περισσότερο σε αυτόν τον κόσμο, όχι μόνο όταν είναι λυπημένοι ή όταν φοβούνται.
Έχω μια θολή, αποσπασματική ανάμνηση από μεγάφωνα από τη πρώτη στιγμή που συνάντησα τον Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε. Ήμουνα κάτι λιγότερο από ενός έτους όταν με πήγαν στο Νταρτζίλινγκ, όπου ο παππούς μου από τη πλευρά του πατέρα μου, Ντύτζομ Ρίνποτσε έδινε την μετάδοση του Κάνγκιουρ (την πλήρη συλλογή των λόγων του Βούδα). Για να δώσει την μετάδοση, έπρεπε να διαβάσει φωναχτά περίπου 70.000 σελίδες κειμένου, πράγμα το οποίο διαρκεί πολλούς μήνες. Πιθανώς το υψηλότερο επίτευγμα του Θιβετανικού πολιτισμού υπήρξε η μετάφραση, η διατήρηση και η συνεχής μετάδοση και διδασκαλία του Κάνγκιουρ. Αργότερα έμαθα ότι ο ίδιος ο παππούς μου επέμενε να λάβω αυτή τη μετάδοση, έστω κι αν ήμουν απλώς ένα μωρό. Και όχι μόνον κάποια μέρη του – έδωσε οδηγίες στη μητέρα μου να μην με αφήσει να αποκοιμηθώ ούτε για ένα λεπτό. Αν αποκοιμιόμουν ή γινόμουν ανήσυχος, διέκοπτε τη μετάδοση και μου έδινε γλυκά, ώστε να μην χάσω ούτε λέξη. Χρόνια αργότερα, κάποιοι προσπάθησαν να το χρησιμοποιήσουν αυτό, χειραγωγώντας με να δώσω εγώ ο ίδιος τη μετάδοση του Κάνγκιουρ. Και το έδωσα επίπονα στην Τσόντρα , στο Μοναστικό Κολλέγιο Τζόνγκσαρ, γεγονός που έβλαψε μονίμως την όρασή μου.
Εκεί λοιπόν ήρθε ο Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε για να λάβει ένα μέρος από την μετάδοση από τον Κιάπτζε Ντύτζομ Ρίνποτσε και είχα την πρώτη συνάντηση μαζί του. Θυμάμαι ξεκάθαρα να έλκομαι προς έναν άντρα που καθόταν πάνω σε έναν θρόνο, που δεν ήταν ο παππούς μου. Επέμενα να πλησιάσω στον Ρίνποτσε. Αυτό μου το επιβεβαίωσε αργότερα και η θεία μου, που μου είπε ότι παρότι ήμουν τόσο μικρός, ήμουν πολύ επικεντρωμένος στον Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε.
Η δεύτερη φορά που συνάντησα τον Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε είναι πολύ πιο διαυγής στον νου μου. Ήμουνα πέντε χρονών, μόλις είχα αφήσει τους παππούδες μου και καθοδόν προς την Κυέντσε Λάμπρανγκ στο Παλάτι της Γκάνγκτοκ – γνωστό επίσης ως Τσούκλακανγκ ή το Παρεκκλήσι του Παλατιού – στο Σικκίμ, όπου επρόκειτο να ενθρονιστώ ως τούλκου του Ντζόνκσαρ Κυέντσε Τσόκυι Λόντρο και όπου θα διέμενα επί πολλά χρόνια στη συνέχεια. Ο χώρος για την Λάμπρανγκ είχε παραχωρηθεί γενναιόδωρα από τον βασιλιά του Σικκίμ, Τάσι Νάμγκυα και από τον γιο του, τότε πρίγκηπα Πάλντεν Τόντουπ Νάμγκυαλ, στον Κυέντσε Τσόκυι Λόντρο στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Η Κάντρο Τσέρινγκ Τσόντρον κατοικούσε στο Τσουκλακανγκ από τότε.
Η ομάδα μας ταξίδεψε από το Μπουτάν μέσα σ’ένα σαραβαλιασμένο τζιπ Mahindra. Ένοιωθα αληθινός άντρας επειδή δεν είχα κλάψει όταν αποχαιρέτησα τη ζωή μου όπως την ήξερα μέχρι τότε. Κοιτούσα μπροστά. Όταν φτάσαμε σε ένα σταυροδρόμι στο Σίνγκταμ, ήταν μαζεμένο ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων να με υποδεχτεί. Οι συνοδοί μου και ο οδηγός μας αναστατώθηκαν κι εκνευρίστηκαν, ανεβάζοντας τα παράθυρα. Κάποιος είπε: «Ο Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε είναι εδώ να σε υποδεχτεί». Καθώς το τζιπ προχώρησε αργά ανάμεσα στο πλήθος ανθρώπων που κρατούσαν κάτα (μαντήλια προσφοράς), αντίκρισα τον Ρίνποτσε να στέκεται μέσα σε ένα σύννεφο στροβιλιζόμενων προσφορών καπνού. Ήταν υπερβολικά ψηλός και κάπως ισχνός, όχι τόσο χοντρός όσο έγινε μετά, και ήταν ντυμένος με πολυτελή ράσα. Πολύ αργότερα μού είπαν ότι ποτέ ξανά δεν τον είχαν δει να φοράει τέτοια ράσα και κάποιοι υποπτευόταν ότι τα είχε δανειστεί για την περίσταση, καθότι τότε ήταν πολύ φτωχός.
Δεν ήμουν παρά ένα μικρό παιδάκι αλλά ο Ρίνποτσε μού φέρθηκε με απόλυτο σεβασμό. Προσφέρθηκε τελετουργικό ρύζι σαφράν και τσάι βουτύρου και μετά ήρθε η ώρα να συνεχίσουμε το δρόμο μας για την Γκάνγκτοκ. Θα άλλαζα από το σκονισμένο μας τζιπ σε αυτό το ωραίο λευκό ευρωπαϊκό Sedan. Ήταν η πρώτη μου φορά σε ευρωπαϊκό αμάξι. Ο Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε μπήκε πρώτος και με έβαλαν να κάτσω στην αγκαλιά του.
Και τότε άρχισε. Σε μια διαδρομή σχεδόν δύο ωρών, ο Κυέντσε Ρίνποτσε έκλαιγε σαν μικρό παιδί, αυτός ο γιγάντιος άντρας που όλοι τον σεβόντουσαν είχε εντελώς λυθεί σε λυγμούς. Χρόνια αργότερα άκουσα ότι είπε, ότι από την στιγμή που με είδε στο Σίνγκταμ μέχρι που φτάσαμε στο παλάτι, ένοιωθε την παρουσία του Κυέντσε Τσόκυι Λόντρο εντελώς ζωντανή, σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα και δεν μπορούσε να συγκρατηθεί.
Σύντομα μετά από αυτό, ο Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε άρχισε να διδάσκει και να δίνει μυήσεις. Στο Τασιντίνγκ, στο δυτικό Σικκίμ, έδωσε τον πολύ σημαντικό κύκλο διδασκαλιών τέρμα (θησαυρών) του Λάμα Γκόνγκντου. Ξανά, τον παρακολουθούσα με δέος όταν ξαφνικά ξέσπασε σε κλάματα στη μέση των διδασκαλιών. Φώναξε τον ακόλουθό του -ονόματι Σέντρουπ- που έκλαιγε κι αυτός. Αμέσως έφερε ένα πολύ μακρύ μαντήλι, που ο Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε το πέρασε γύρω από τον λαιμό μου.
Συνήθως, ο Ρίνποτσε ήταν σαν ένα βουνό, τίποτα δεν τον κουνούσε, τίποτα δεν τον ανησυχούσε. Ήταν το τελευταίο άτομο που θα περίμενες να κλάψει. Μιλάμε για έναν άντρα ύψους δύο μέτρων με τα γερά κόκκαλα των πιο φημισμένων μαχητών της περιοχής Καμ του ανατολικού Θιβέτ, με τους προπάτορές του να έχουν υπηρετήσει ως υπουργοί του Βασιλιά του Ντέργκε. Κληρονόμησε την γενναιότητά τους και την κομψότητά τους και ήταν τόσο μεγαλοπρεπής, που δεν μπορούμε να σταματήσουμε να απαριθμούμε τις εκπληκτικές του ποιότητες. Αλλά μπορώ να θυμηθώ κι άλλες περιπτώσεις όπου ο Ρίνποτσε έκλαψε, μερικές φορές μάλιστα ξεσπώντας σε λυγμούς και οδυρόμενος σαν παιδί, πραγματικά κλαψουρίζοντας. Ήταν επίσης ίδιο ικανός να εκδηλώνει τεράστιο ενθουσιασμό, που παρόμοιο δεν είχα ξαναδεί.
Όταν ήμουν κάπως μεγαλύτερος, ο Ρίνποτσε είχε προσκαλέσει μια ομάδα από εμάς στο Θιβέτ, συμπεριλαμβανομένων των Σέτσεν Ράμπτζαμ Ρίνποτσε, Τούλκου Πέμα Ουάνγκυαλ και πολλών άλλων. Πήγαμε στο μοναστήρι Γκόντσεν, γνωστό επίσης ως μοναστήρι Ντέργκε, έναν ναό των Σάκυα που ιδρύθηκε από τον Τάνγκτονγκ Γκυάλπο στο Θιβέτ. Ήταν η δεύτερη φορά που ο Κιάπτζε Ντίλγκο Κυέντσε επισκεπτόταν το Θιβέτ, μετά από την καταστροφή των μοναστηριών από την Ερυθροφρουρά κατά την Πολιτιστική Επανάσταση. Η Κίνα μόλις είχε αρχίσει να αλλάζει πολιτική σε σχέση με τη θρησκευτική πίστη και άσκηση, αλλά πολλά από αυτά τα μοναστήρια ήταν ακόμη ερειπωμένα. Αφού φτάσαμε, πολλοί, πολλοί Θιβετιανοί ήρθαν να μας δουν.
Μια μέρα, κατέφθασε ένας πολύ συνηθισμένος νεαρός και από την φθαρμένη τσάντα του έβγαλε ένα αγαλματάκι του Μαντζούσρι μόλις επτά εκατοστών και το πρόσφερε στον Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε. Στα μάτια μου φαινόταν σαν ένα κοινό άγαλμα, αλλά ο Ρίνποτσε αμέσως το αναγνώρισε ως αντικείμενο άσκησης που ανήκε στον Μίπαμ Ρίνποτσε. Έκλαψε για αρκετή ώρα – μάς φάνηκαν αιώνες – ενώ στεκόμασταν όλοι άφωνοι. Αντιδρούσε σαν κάποιος να του είχε δώσει έναν αληθινό ζωντανό Μαντζούσρι. Και δεν έχω αμφιβολία ότι έτσι το αντιλαμβανόταν.
Ο Ρίνποτσε έβαζε συνέχεια το αγαλματάκι πάνω στο τραπέζι και το κοίταγε και μετά το σήκωνε ξανά και ξανά. Και μετά ξέσπαγε πάλι σε δάκρυα. Το ακουμπούσε πάνω στο κεφάλι του, και μετά στη καρδιά του, και ήταν τόσο περιχαρής. Κάλεσε τον Τούλκου Πέμα Ουάνγκιαλ Ρίνποτσε και του είπε να επιβραβεύσει τον νεαρό και νομίζω ότι ο Ρίνποτσε του έδωσε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, παρότι αυτός δεν το είχε ζητήσει.
Σαν ακόλουθοι του Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε, κι εμείς φυσικά αποδώσαμε τιμή στον Μίπαμ Ρίνποτσε και στον Μαντζούσρι, αλλά η ευλάβειά μας ήταν πολύ χαλαρή. Η στάση μας ήταν ότι το προσκυνούσαμε επειδή έπρεπε να το προσκυνήσουμε. Δεν είχαμε ξαναδεί αυτή την βαθιά χαρά που εκδήλωνε ο Ρίνποτσε και φυσικά, δεν την νοιώθαμε οι ίδιοι. Είχα εντυπωσιαστεί γιατί είναι κάτι που δεν συναντάς συχνά. Τώρα αντιλαμβάνομαι ότι βλέποντας έναν αληθινό μαχητή, έναν γίγαντα μεγαλύτερο από την ζωή, να κλαίει με αληθινά δάκρυα, είχα γίνει μάρτυρας της ενσάρκωσης του θάρρους.
Ίσως κάπως σαστισμένος και αμήχανος, γονάτισα και του είπα ότι υπόσχομαι να προσφέρω 100.000 λάμπες βουτύρου (λύχνους) σε αυτό το άγαλμα του Μαντζούσρι. Ο Ρίνποτσε αμέσως είπε: «Θα γίνεις πολυμαθής, με την ευλογία του Μαντζούσρι».
Πολλά χρόνια πέρασαν. Παρασυρμένος από τεμπελιά και διασπάσεις, δεν έκανα ποτέ την προσφορά των λύχνων όσο ήταν ζωντανός. Ο Ρίνποτσε πέθανε το 1991. Κατά τη διάρκεια της ενθρόνισης του τωρινού Γιάνγκσι Ρίνποτσε, ο Ράμπτζαμ Ρίνποτσε μού ζήτησε να δώσω μεταδόσεις στους νεαρούς τούλκου, από τα γραπτά του Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε και, σίγουρα, καθώς διάβαζα την σάντανα που είχε γράψει ως εγκώμιο και προσφορά στον Μαντζούσρι, στον κολοφώνα βρέθηκα να διαβάζω φωναχτά μια παράγραφο που έλεγε: «Όταν ο Γιάνγκσι Τούμπτεν Τσόκυι Λόντρο (έτσι με φώναζε) πρόσφερε 100.000 λύχνους στον Μαντζούσρι, σκέφτηκα ότι αυτό θα ήταν πολύ επωφελές». Απήγγειλα τη προφορική μετάδοση (Λουνγκ) μέσα από μεγάφωνα, και παρότι ήμουν προγραμματισμένος να μην κλαίω, δυνατά συναισθήματα με κατέκλυσαν και τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Έπρεπε να προσποιηθώ ότι φυσούσα τη μύτη μου κι έβηχα. Η άμεση αντίδρασή μου ήταν να κρυφτώ.
Όταν τελείωσα με τη μετάδοση, αμέσως παράγγειλα αρκετό βούτυρο από το Θιβέτ, για να κάνω 100.000 προσφορές. Από κει και στο εξής, όποτε έχω την ευκαιρία, κάνω προσφορά 100.000 μάνταλα και 100.000 λύχνων σε αυτό το σπουδαίο άγαλμα του Μαντζούσρι, που ακόμη φυλάσσεται στο Τζάνασατβα της Στούπας του Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε στο Μοναστήρι Σέτσεν στο Νεπάλ.
Ο Ντίλγκο Κυέντσε Γιάνγκσι Ρίνποτσσε έχει ενθρονιστεί εδώ και πολλά χρόνια. Εύχομαι να τον δω όπως ο Ντίλγκο Κυέντσε Ρινποτσε έβλεπε εμένα. Είναι απερίγραπτο να χαίρεται κανείς τόσο πολύ με τέτοια μικρά πράγματα, όπως ένα αγόρι και ένα άγαλμα.

0 Σχόλια