Επεισόδιο 1: Φεύγοντας από το Σπίτι

από | Μαρ 31, 2016 | 0 Σχόλια

Η ζωή μου είναι μια εμφάνιση, μια παραίσθηση, μια προβολή που πρέπει να θολώσει. Αυτή η εμφάνιση διαθέτει ένα χρονικό πλαίσιο, μία λογική, και όπως ο ήλιος, θα δύσει. Ανάλογα με τις αλλαγές της διάθεσής μου, αυτή η ζωή κάποιες φορές μού φαίνεται μακριά και κάποιες φορές σύντομη. Στη διάρκειά της, έχουν εκπληρωθεί κάποια σχέδια και έχουν καταρρεύσει κάποια άλλα. Φυσικά, αυτό δεν ισχύει μόνον για μένα, όλα τα άτομα που έχω γνωρίσει – είτε τα έχω γνωρίσει προσωπικά είτε όχι – έχουν τι δικές τους εμφανίσεις των δικών τους λεγόμενων ζωών. Μέσα στην παραίσθηση της ζωής μου, γνωρίζω τον Τζον Λένον, τον οποίο δεν έχω συναντήσει και ο οποίος με έχει επηρεάσει. Αν ήμουν μια πεταλούδα, δεν θα τον γνώριζα ποτέ. Μέσα στη παραίσθηση της ζωής μου, γνωρίζω τον Στάλιν, τον οποίο δεν έχω συναντήσει και ο οποίος δεν έχει καμία επίδραση πάνω μου, δεν με νοιάζει ο Στάλιν.

A great creator of the illusion of words

Ένας μεγάλος δημιουργός ψευδαίσθησης των λέξεων

Από τους ανθρώπους που πράγματι έχω  συναντήσει, κάποιους τους γνωρίζω ολόκληρη την ζωή μου και κάποιους μόνο για λίγο. Κάποιοι είναι ζωντανοί και κάποιοι έχουν πεθάνει. Κάποιοι ήταν εντελώς ασήμαντοι και κάποιοι σήμαιναν πολλά για μένα. Έχω κάτσει δίπλα σε αμέτρητους Ινδούς σε τρένα, μοιραζόμενος τροφή και κουβέντα, αλλά τα ονόματά τους δεν τα έχω συγκρατήσει στο κεφάλι μου. Ήπια τσάι με κάποιον στη Βοστόνη συζητώντας για το Ντάρμα, χωρίς να γνωρίζω ότι ήταν ο Αλλεν Γκίνζμπεργκ κι έτσι έχασα την ευκαιρία να συζητήσω για την ποίηση με έναν μεγάλο δημιουργό της ψευδαίσθησης των λέξεων. Γνώρισα την πιο όμορφη βασίλισσα των κυρίαρχων, την Γουίντνει Γουάρντ, που μου έδειξε το κρυφό της δωμάτιο και που αργότερα συμμετείχε σε μια τελετή φωτιάς μαζί μου. Και συνάντησα τον τρίτο βασιλιά του Μπουτάν, τη Μεγαλειότητά Του Τζίγκμε Ντόρτζι Ουάνγκτσουκ, που με σήκωσε ψηλά όταν ήμουνα παιδάκι και με κουβάλησε γύρω πάνω στους ώμους του. Ακόμη θυμάμαι τη μυρωδιά του καπνού του τσιγάρου στα μαλλιά του.

439px-Jigme_Dorji_Wangchuck

Η Αυτού Μεγαλειότητα Τζίγκμε Ντόρτζι Ουάνγκτσουκ, ο Τρίτος Βασιλιάς του Μπουτάν

Ανάμεσα σε όλες αυτές τις εμφανίσεις, έχουν υπάρξει τόσες πολλές μεταβάσεις, τόσο πολύς θάνατος, κι επίσης τόσες πολλές γεννήσεις. Υπήρξαν αρκετοί γάμοι και πολλά διαζύγια. Ακόμη κι εγώ πρέπει να μεταμορφώθηκα, σε αυτή τη ζωή και σε όλες τις ζωές μου. Θα πρέπει να είχα τόσες πολλές διαφορετικές εμφανίσεις παλιά, σαν πουλί, σαν έντομο, σαν άνθρωπος.

Αλλά αυτή η παρούσα εμφάνισή μου μάλλον αξίζει κάτι λίγο παραπάνω, αφού έχω ακούσει το όνομα του Γκοτάμα κι αφού έχω αποκτήσει έναν παιδιάστικο θαυμασμό για αυτά που είχε να πει. Έχω επίσης συναντήσει ένα από τα μεγαλύτερα όντα που έχουν ποτέ πέσει σ΄ένα καζάνι με ρυζόσουπα, ένα ον που αναδύθηκε σαν πυξίδα, αυτός που έγινε ο φάρος της ζωής μου.

Όταν ήμουν γύρω στα πέντε, με έστειλαν σε οικοτροφείο. Ήταν η πρώτη μου φορά που βρέθηκα μόνος με άγνωστους, να ζω σε κοιτώνα. Αυτό ήταν μια μεγάλη αλλαγή για μένα, γιατί ανατράφηκα σε μια ευρεία σκληροπυρηνική βουδιστική οικογένεια στην Γιόνγκλα, Ανατολικό Μπουτάν, διαρκώς περιτριγυρισμένος από επισκέπτες και φροντιστές, γιόγκι με τζίβα μαλλί που θα το ζήλευε μέχρι θανάτου κάθε φανατικός οπαδός του Μπομπ Μάρλει και απελευθερωμένες γιογκίνι με τόση αυτοπεποίθηση, που θα ήταν ιδανικές υποψήφιες για πρόεδροι οργανισμών γυναικείας χειραφέτησης. Υπήρχαν ικανοποιημένοι κάτοικοι σπηλιών που δεν μπορούσαν να κατανοήσουν γιατί οι άνθρωποι καταπιάνονταν να σκάβουν τη γη, να σηκώνουν ορόφους και να βάζουν στέγες. Υπήρχαν γαλήνιοι μοναχοί που πιθανόν να μην είχαν ποτέ αγγίξει πάνω από δέκα ρουπίες. Υπήρχαν και πολλοί ξαναμμένοι λαϊκοί ασκητές (γκόμτσεν), που τα πειράγματα και φλερτ τους με τις κυρίες πάντοτε μου κινούσαν τη περιέργεια και των οποίων τα καμώματα πιθανόν να βοήθησαν τις ορμόνες μου να ωριμάσουν.

Το κάθε ένα δωμάτιο στο σπίτι του παππού μου από τη μεριά της μητέρας μου, είχε κι από ένα ιερό, οπότε αν ήθελες να κλάσεις, έπρεπε να βγεις έξω. Γινόταν διαρκώς τελετές . Ξυπνούσα  τα πρωινά με τη μυρωδιά των προσφορών καπνού και τον ήχο των κυμβάλων, των καμπανών και των τυμπάνων, τα οποία σταδιακά ανακατεύονταν με το τραγούδι των τζιτζικιών, των περιστεριών και των  κορακιών. Αυτός πρέπει να είναι ο λόγος για τον οποίο αγαπώ τόσο πολύ τις ταινίες του Οζου, από τους ήχους που χρησιμοποιεί.

Drubwang_Sonam_Zangpo

Ντρούμπουανγκ Σόναμ Ζάνγκπο

Ο παππούς μου ήταν ένας αναγεννησιακός άνθρωπος. Πέρα από το ότι ήταν το τέλειο δείγμα ενός γιόγκι, υπήρξε ένας καταπληκτικός μάγειρας, θεραπευτής, κατασκευαστής αρωματικών ίνσενς, γλύπτης και αρχιτέκτονας που συνεχώς ανακαίνιζε ή έχτιζε νέες στούπες. Μόλις έβγαινα από τη πόρτα, άκουγα τους σιδεράδες από μακριά να βαράνε τα τελετουργικά αντικείμενα και μύριζα στον αέρα τη βαριά μυρωδιά της μπουτανέζικης μπογιάς που γινόταν από πετσί αγελάδας. Μέχρι και σήμερα, όταν μπαίνω σε έναν φρεσκοβαμμένο μπουτανέζικο ναό, μεταφέρομαι πίσω στη παιδική μου ηλικία. Ακόμη χρησιμοποιούν αυτή την αναποτελεσματική δύσοσμη μπογιά, χάρη στο ενθουσιώδες Εθνικό Ινστιτούτο Τεχνών του Μπουτάν Ζόριγκ Τσούσουμ, το οποίο επιμένει να διατηρεί την μπουτανέζικη αυτή «παράδοση» σε μια εποχή όπου είναι διαθέσιμες μπογιές τελευταίας τεχνολογίας.

Όσο πλησίαζε η ημέρα της αναχώρησής μου, μπορούσες να ακούσεις τον παππού μου να γκρινιάζει για το πόσο χάσιμο χρόνου είναι η δημόσια σχολική εκπαίδευση. Και μπορεί να είχε και δίκιο. Η γιαγιά μου σιγόνταρε στη γκρίνια. Ανησυχούσε μήπως πηγαίνοντας σε ένα χριστιανικό σχολείο, θα έχανα την εμπιστοσύνη μου στον Βούδα και στις διδασκαλίες του και μήπως άρχιζα να βλέπω τα ζώα σαν να είναι απλώς τροφή. Αλλά οι γκρίνιες τους δεν εκφραζόταν δυνατά. Ήταν σιγανές, διστακτικές και ευγενικές, χρησιμοποιώντας τιμητική γλώσσα, με τον τρόπο που κανείς θα γκρίνιαζε για κάποιον που σέβεται πολύ.

Η διαταγή να σταλώ σε Εγγλέζικο οικοτροφείο ερχόταν από τον πατέρα μου και δεν παραδόθηκε καν αυτοπροσώπως. Δεν ήμουν κοντά στον πατέρα μου. Αυτός και η μητέρα μου ζούσαν στο Κούρσονγκ, ένα θέρετρο στους λόφους του Νταρτζίλινγκ στην Ινδία. Και οι δυο γονείς μου παρα-ήταν απασχολημένοι για να με φροντίσουν προσωπικά. Εργαζόταν στον Ραδιοφωνικό σταθμό All India. Ήμουνα πολύ πιο κοντά στους παππούδες μου, αλλά σε αυτή τη μικρή ηλικία, τα παιδιά νομίζουν ότι οι γονείς είναι αυτοί που τα νοιάζονται και τα αγαπούν πιο πολύ. Θυμάμαι πόσο ενθουσιασμένος ήμουν κάθε φορά που ερχόταν κάποιος επισκέπτης από το Κούρσονγκ και πόσο διακαώς περίμενα κάποιο μήνυμα ή σημάδι από τους γονείς μου. Αλλά τα μηνύματα δεν ήταν ποτέ για μένα, προορίζονταν πάντοτε για τους παππούδες μου.

Έτσι λοιπόν μια μέρα έφτασε ένας περιπατητής από το Κούρσονγκ με την οδηγία να με στείλει σε ένα εγγλέζικο σχολείο. Θα πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο για τους παππούδες μου, γιατί δεν υπήρχε καμία περίπτωση διαπραγμάτευσης μαζί του, ακόμη κι αν τολμούσαν. Θα χρειάζονταν εβδομάδες να σταλεί το μήνυμα πίσω στο Κούρσονγκ κι όπως κι αν έχει, ο πατέρας μου δεν θα εισάκουγε τις ανησυχίες τους. Καθώς ο πατέρας μου είχε την εξουσία να κάνει ό, τι ήθελε με μένα κι επιπλέον, ήταν ο γιος του Ντύτζομ Ρίνποτσε, του πνευματικού τους δασκάλου, οπότε δεν τολμούσαν να παραπονεθούν.

William_Mackey_of_the_Jesuits

Ο Πάτερ Γουίλιαμ Μάκλευ

Πρώτα με έστειλαν για ένα σύντομο χρονικό διάστημα σε ένα σχολείο κοντά στη Γιόνγκλα, στο Κίντουνγκ ( το οποίο σημαίνει είτε «σκατοχωριό» είτε κοχλίας κοχυλιού), στη συνέχεια με μετέφεραν βόρεια σε ένα σχολείο στο Τασιγκάνγκ και τέλος στο νεόκτιστο σχολείο στο Κάνγκλουνγκ, που διηύθυνε ο Πάτερ Γουίλιαμ Τζόζεφ Μάκλευ , ένας Καναδός Ιησουίτης ιερέας.

Το σχολείο Κάνγκλουνγκ αργότερα έγινε Κολλέγιο Σέρουμπτσε, το πρώτο κολλέγιο στο Μπουτάν, αλλά τότε ήταν απλώς ένα μικρό οικοτροφείο. Θυμάμαι πόσο ανησυχούσα επειδή ο επικεφαλής του κοιτώνα ήταν πολύ αυστηρός και έλεγχε τα σεντόνια μας κάθε μέρα να δει αν κανείς έβρεχε το κρεβάτι του. Το αγοράκι δίπλα μου είχε τη συνήθεια να κατουράει. Ξενυχτούσα άγρυπνος από τον φόβο της ντροπής, αν τυχόν μου ξέφευγε κι εμένα και κατουρούσα. Δεν ξέρω τί απέγιναν πολλοί από αυτούς τους συμμαθητές, αλλά κάποιοι προχώρησαν κι έκαναν σπουδαία πράγματα, όπως να υπηρετήσουν τα Ηνωμένα Έθνη ή να γίνουν αρχηγοί της αστυνομίας.

Τέλος πάντων, ένα κρύο βροχερό πρωινό μετά από μερικούς μήνες στου Πατέρα Μακέυ, κατέφθασε ένα φορτηγό με ξύλινη επένδυση στο δρόμο πάνω από το σχολείο. Τα αυτοκίνητα ήταν κάτι σπάνιο στο Μπουτάν εκείνα τα χρόνια, κι έτσι όλα τα παιδιά έτρεξαν πάνω στο λόφο και μαζεύτηκαν γύρω από το φορτηγό, κάτω από τη βροχή, να κοιτάξουν. Όλα έλπιζαν για μηνύματα από το σπίτι τους. Συνηθίζεται στο Μπουτάν, ακόμη και σήμερα, οι οικογένειες να στέλνουν πακέτα με αποξηραμένο τυρί, μπουτανέζικα δημητριακά ή αποξηραμένες καυτερές πιπεριές κι αυτό συνήθως σήμαινε ένα φορτηγό.

Αλλά αυτή  δεν ήταν μια συνηθισμένη παράδοση. Μέσα από έναν πράσινο μουσαμά που κάλυπτε το πίσω μέρος, βγήκε ένας από τους υπηρέτες του παππού μου, ο Σόναμ Τσόπελ, με το χαρακτηριστικό του μούσι και το κοκκινωπό πρόσωπο (όχι ο γνωστός σε κάποιους γελωτοποιός Σόναμ Τσόπελ). Ακόμη και μετά από χρόνια, όταν τα μούσια του είχαν πλέον ασπρίσει, το δέρμα του ποτέ δεν γέρασε και η επιδερμίδα του ήταν πάντα σφιχτή και ροδαλή. Αμέσως κατάλαβα ότι κάτι μού επιφυλασσόταν. Μήπως ένα πακέτο. Μού έδειξε προς τον μουσαμά και από εκεί πρόβαλλε μια άλλη φιγούρα που δεν είχα ποτέ ξαναδεί στη ζωή μου, ένας περίεργος τύπος με παντελόνια κι όχι με τη παραδοσιακή μπουτανέζικη φορεσιά. Χωρίς να με χαιρετήσουν, ο Σόναμ Τσόπελ κι ο ξένος κατευθύνθηκαν απευθείας προς στο γραφείο του διευθυντή. Μερικά παιδιά σκαρφαλώσαμε στο παράθυρο να κρυφακούσουμε τι έλεγαν στον Πατέρα Μακέυ.

Αφού μίλησαν για αρκετή ώρα, ο Πάτερ Μακέυ ήρθε και με κάλεσε. Είπε ότι πλέον δεν θα ήμουν μαθητής του σχολείου του. «Πρέπει να φύγεις τώρα». Νομίζω ότι ο πάτερ Μακέυ αργότερα ανέφερε στην αυτοβιογραφία του κάτι σχετικά με εκείνη τη μέρα.

Δεν θυμάμαι αν ένοιωθα χαρούμενος που θα γυρνούσα σπίτι ή αν ήμουν λυπημένος που θα αποχαιρετούσα τους φίλους που είχα κάνει εκεί αυτό το μικρό διάστημα. Φήμες άρχισαν να κυκλοφορούν αμέσως και κάποιοι από τους συμμαθητές μου άρχισαν να με πειράζουν και να κάνουν πλάκα. Μερικοί ένοιωθαν ξαφνικά αμηχανία να μου μιλάνε κι άρχισαν να σκύβουν για να τους δώσω ευλογίες. Δεν καταλάβαινα τί συνέβαινε. Αλλά δεν υπήρχε πολύς χρόνος να το σκεφτώ.

amcho

Ο Αμτσο στο Σικκίμ, 2009

Αυτοστιγμεί, την ίδια εκείνη κρύα και βροχερή μέρα, με το ίδιο φορτηγό, αφήσαμε πίσω το Κάνγκλουνγκ. Οι συμμαθητές μου τρέχανε πίσω από το φορτηγό μέχρι που εξαφανιστήκαμε μέσα στην ομίχλη. Και έτσι έληξε η κοσμική εκπαίδευσή μου. Κατευθυνθήκαμε νότια προς την Γιόνγκλα. Αυτός ο χοντρός άντρας που ξεκάθαρα δεν ήταν από το Μπουτάν κι ο Σόναμ Τσόπελ που ροχάλιζε φορώντας το ξεθωριασμένο παραδοσιακό καρό του ρούχο (Σέθρα Γκο). Αργότερα έμαθα ότι ο γεροδεμένος Κάμπα ονομαζόταν Αμτσο. Είχε υπάρξει μοναχός στο μοναστήρι Ντζόνκσαρ του ανατολικού Θιβέτ στο Σετσουάν, αλλά μετά έβγαλε τα ράσα κι έγινε σπουδαίος ξενοδόχος στην Γκάνγκτοκ στο Σικκίμ.

Συχνά αναρωτιέμαι τί θα γινόμουν αν δεν είχε συμβεί εκείνη η μέρα, αν δεν είχα αναγνωριστεί ποτέ και δεν είχα επιστρατευτεί στο φαινόμενο του επανενσαρκωμένου τούλκου. Μπορεί να είχα γίνει προγραμματιστής υπολογιστών στο Νιου Τζέρσευ, όπως είναι ο μικρότερος αδερφός μου, ή να είχα παντρευτεί μια νεαρή Εβραία, ή να είχα γίνει ένας ζηλωτής ασκητής βουδιστής στη βόρεια Νέα Υόρκη, όπου πέρασε ο πατέρας μου το τελευταίο διάστημα της ζωής του. Θα μπορούσα να είχα πάει σχολείο στο Νορθ Πόιντ στο Νταρτζίλινγκ και κολλέγιο στην Ινδία, και να είχα επιστρέψει στο Μπουτάν μιλώντας καλά Ινδο-αγγλικά ώστε να γινόμουν γραμματέας κάποιου κυβερνητικού τμήματος που θα επέβλεπε πρότζεκτ χρηματοδοτούμενα από την Ινδία. Αλλά γνωρίζοντας πόσο προσκολλημένος ήμουν στους παππούδες μου, το πιο πιθανό θα ήταν να είχα γίνει ένας ξεβράκωτος λαϊκός ασκητής (Γκόμτσεν) που θα τριγυρνούσε μισομεθυσμένος τον περισσότερο καιρό, κυνηγώντας νυχτερινές περιπέτειες και σπέρνοντας αριστερά και δεξιά νόθα παιδιά, κι έτσι τώρα θα υπήρχαν αρκετοί άνθρωποι στο ανατολικό Μπουτάν που θα γυρνούσαν από δω κι από κει μοιάζοντας πολύ με μένα.

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *