Ο ορισμός της μετενσάρκωσης στο λεξικό είναι «η επαναγέννηση μιας ψυχής σε ένα νέο σώμα». Όσοι δεν πιστεύουν στην ύπαρξη μιας ψυχής, που σκέφτονται ότι όταν πεθαίνεις αποσυντίθεσαι σαν το ραδίκι ή εξατμίζεσαι σαν τον αχνό στο πεζοδρόμιο, δεν μπορούν να δεχτούν ότι κάποτε υπήρξαν κοτόπουλα που είχαν φαγωθεί από κάποιον φίλο τους σε μια περασμένη ζωή. Και για όσους πιστεύουν ότι υπάρχει μια ψυχή που συνεχίζει μετά τον θάνατο του φυσικού σώματος, το να δεχτούν την επαναγέννηση έτσι όπως διδάσκεται στον Ινδουισμό και στον Βουδισμό, αποτελεί μια πρόκληση.
Υπάρχουν έπειτα άνθρωποι που είναι ανοιχτοί στην ιδέα της μετενσάρκωσης αλλά, επειδή ανατράφηκαν σε μια Αβρααμική θρησκεία, ή τουλάχιστον έχουν διαποτιστεί σε αυτή τη κουλτούρα, δεν τους έρχεται τόσο εύκολα, όπως έρχεται σε κάποιον που μεγάλωσε, για παράδειγμα, στην Ινδία. Ακόμη κι εγώ – που μεγάλωσα σε μια κοινωνία που σταθερά κι ολόψυχα ζει ακολουθώντας τη θεωρία και τους νόμους της μετενσάρκωσης και του κάρμα – έχω κάποια δυσκολία. Δεν είναι ότι έχω κάποιο πρόβλημα να πιστέψω στη μετενσάρκωση αυτή καθαυτή. Μέσα από τη μελέτη και την ανάλυση του Βουδισμού στη ζωή μου, κυρίως τις βουδιστικές διδασκαλίες πάνω στη σχετική αλήθεια, έχω φτάσει σε μια κατανόηση και πίστη στη μετενσάρκωση, που μοιάζει με τη πίστη του Στίβεν Χόκινγκ για τη Μεγάλη Έκρηξη. Είναι το ίδιο άπιαστα, δυσαπόδεικτα, άκρως πρακτικά, εντελώς σχετικά και τετράγωνα, μέσα στη σφαίρα των υποθέσεων της υψηλής διανόησης. Αλλά έχω πρόβλημα να πιστέψω ότι είμαι μια μετενσάρκωση αυτού του καταπληκτικού όντος, του Τζάμυανγκ Κυέντσε Τσόκυι Λόντρο, ο οποίος με τη σειρά του ήταν ενσάρκωση του Τζάμυανγκ Κυέντσε Ουάνγκπο.
Ο Τζαμυανγκ Κυέντσε Τσόκυι Λόντρο όχι μόνον θυμόταν τον άμεσο προκάτοχό του, Τζάμυανκ Κυέντσε Ουάνγκπο, αλλά είχε και αναμνήσεις από τότε που ήταν Τζίγκμε Λίνγκπα, προκάτοχος του προκατόχου του. Διηγήθηκε αυτές τις αναμνήσεις στον Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε, στον πιο λογικό και νόμιμο πιθανό έμπιστο. Ο Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε τα συμπεριέλαβε αργότερα στη βιογραφία του για τον Τζάμυανγκ Κυέντσε Τσόκυι Λόντρο. Πολλοί άνθρωποι που γνώρισαν και τον Τζάμυανγκ Κυέντσε Τσόκυι Λόντρο και τον Τζάμυανγκ Κυέντσε Ουάνγκπο, είπαν ότι το στυλ του Τσόκυι Λόντρο – τι έκανε, σε τι έδινε προτεραιότητα, πώς λειτουργούσε – ήταν σχεδόν ίδιο με του Τζάμυανγκ Κυέντσε Ουάνγκπο, σαν να προέρχονταν από τον ίδιο καλούπι.
Αν και τα αισθανόμενα όντα γύρω στο 1961 είχαν την αρετή και το κάρμα να γίνουν μάρτυρες ενός ανθρώπου που στάλθηκε στο διάστημα, δεν θα πρέπει να είχαν αρκετή αρετή για να εμφανιστεί μια αληθινή μετενσάρκωση του Ντζόνκσαρ Τζάμυανγκ Κυέντσε, κάποιος που να μπορούσε απρόσκοπτα να συνεχίσει τη προηγούμενη του ζωή, όπως έκανε ο Τσόκυι Λόντρο. Ο Κιάπτσε Σάκυα Τρίζιν λέει συχνά ότι όταν πέθανε ο Τζάμυανγκ Κυέντσε Ουάνγκπο, ήταν σαν να βγήκε από το τη κρεβατοκάμαρα και να πέρασε στο σαλόνι, ως Τσόκυι Λόντρο. Προφανώς, οι μαθητές του Κυέντσε Τσόκυι Λόντρο, Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε, Κιάπτσε Σάκυα Τρίζιν, Σέτσεν Κόντρουλ, Σέτσεν Γκυάλτσαπ, Κάτοκ Σίτου Ρίνποτσε, Ντέζουνγκ Ρίνποτσε και πολλοί άλλοι, είχαν τόσο πολλή αρετή. 
Η δύναμη του συλλογικού κάρμα είναι αναπόδραστη. Για παράδειγμα, πολλοί βορειο-Κορεάτες έχουν το συλλογικό κάρμα να κυβερνούνται από τρείς γενιές Μεγάλων Αρχηγών, τους οποίους τιμούν και δοξάζουν, λέγοντας σλόγκαν όπως: «Είθε αυτή η σοσιαλιστική χώρα να αντηχήσει με το Τραγούδι του Ρυμουλκού του Μεγάλου Ψαριού και να διαπεραστεί με το άρωμα των ψαριών και άλλων θαλασσινών!» Την ίδια ώρα σε μια άλλη σοσιαλιστική χώρα, οι άνθρωποι έχουν το συλλογικό κάρμα να παρασύρονται στο να πιστεύουν στην αξία του Βερσάτσε. Και τόσο πολλοί άνθρωποι ανά τον κόσμο έχουν το συλλογικό κάρμα να παγιδεύονται στο διαδίκτυο ξοδεύοντας όλο τον πολύτιμο χρόνο τους σερφάροντας, κοιτώντας τις οθόνες τους μέχρι να μαυρίσει το πρόσωπό τους.
Με τον ίδιο τρόπο, είναι το συλλογικό κάρμα των λεγόμενων μαθητών μου – που δεν είναι τίποτα άλλο παρά θύματά μου – που οδήγησε στη παρούσα κατάσταση να με ονομάζουν Τζόνκσαρ Κυέντσε. Πώς αλλιώς μπορεί κανείς να εξηγήσει πώς όλοι αυτοί οι απόφοιτοι της Οξφόρδης και των επίλεκτων αμερικανικών πανεπιστημίων, με τα τριπλά πτυχία και την εξαιρετική κριτική σκέψη, παρατάνε τις δουλειές τους, περνούν από τη κόλαση για να πείσουν τους συζύγους και τα αφεντικά τους, και πλαστικοποιούν προφυλακτικά, μόνο για να με ακολουθούν τριγύρω;

Η καρμική επίδραση δεν είναι κάτι νέο. Τον 5ο αιώνα π.Χ. ο Ανάντα είχε την αρετή να αναγνωρίσει τον ίδιο του τον ξάδερφο Σιντάρτα ως Βούδα, την ώρα που ο άλλος του ξάδερφος, ο Ντεβαντάτα δεν κατάφερε ποτέ να τον δει σαν κάτι παραπέρα από ένα κοινό ον. Και το 1966, ο Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε είχε την αρετή να με δει, έστω κι αν ήμουν ένα παιδάκι που καθόταν στην αγκαλιά του, ως τον Δάσκαλό του Κυέντσε Τσόκυι Λόντρο. Αλλά εγώ, όχι μόνο δεν έχω την αρετή να με δω ως Κυέντσε Τσόκυι Λόντρο, δυσκολεύομαι να δω και τον τωρινό Κυέντσε Γιάνγκτσι ως Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε, το λιγότερο επειδή όταν σκέφτομαι τον δάσκαλό μου, περιορίζομαι από πράγματα όπως σχήμα και μέγεθος.
Όταν ήμουν μικρός, κάποιος μου χάρισε ένα ψεύτικο ρολόι και με έκανε χαρούμενο για πολύ καιρό. Δεν λειτουργούσε καθόλου αλλά μού έφτιαχνε το κέφι. Το φορούσα για πολύ καιρό. Μια από τις λίγες φορές που κατέρρευσα κι έκλαιγα ήταν όταν έπεσε ένας από τους δείκτες του. Τελικά τον ξαναζωγράφισα με ένα στυλό και συνέχισα να φοράω το ρολόι. Κατά κάποιο τρόπο, αυτό το ψεύτικο ρολογάκι με ικανοποιούσε, με χαροποιούσε και με ηρεμούσε. Με παρόμοιο τρόπο, τόσοι πολλοί άνθρωποι πρέπει να συμβιβαστούν με μένα σαν ένα ομοιότυπο. Αυτοί που ήταν υπεύθυνοι να μου δώσουν την ταμπέλα της ενσάρκωσης του Τζάμυανγκ Κυέντσε Τσόκυι Λόντρο, θα πρέπει να με διάλεξαν υπό το πνεύμα του « Εφόσον τα αισθανόμενα όντα δεν έχουν την αρετή να διδαχτούν από τον αυθεντικό, αυτό το αντίγραφο θα κάνει τη δουλειά».
Ο κύριος υπεύθυνος για την ταμπέλα του Τζάμυανγκ Κυέντσε Τσόκυι Λόντρο, ήταν ο Κιάπτσε Σάκυα Τρίζιν, ο οποίος ήταν μόνον 14 χρονών όταν ο πέθανε ο Κυέντσε Τσόκυι Λόντρο. Μου είχαν πει ότι μετά τον θάνατο του Τσόκυι Λόντρο, όλοι σχεδόν οι γνωστοί δάσκαλοι των τριών από τις τέσσερις κύριες σχολές του Θιβετανικού Βουδισμού ( Νυίγκμα, Κάγκιου και Σάκυα) συμμετείχαν στις επικήδειες τελετουργίες και ασκήσεις που έλαβαν χώρα στο Τασιντίνγκ. Σχεδόν όλοι τους είχαν λάβει διδασκαλίες από τον Κυέντσε Τσόκυι Λόντρο κάποια στιγμή. Όταν τακτοποιήθηκε η μεγάλη υπόθεση της αποτέφρωσής του, οι παλιότεροι μαθητές του παρέμειναν στο Τασιντίνγκ για να αντιμετωπίσουν το επόμενο σπουδαίο έργο τους: να βρουν την ενσάρκωση του δασκάλου τους.
Το Μοναστήρι Τασιντίνκ βρίσκεται σε ένα πολύ ιερό λόφο σε σχήμα καρδιάς στο δυτικό Σικκίμ και είναι το πιο σημαντικό μέρος στο Σικκίμ, που σχετίζεται με τον Γκούρου Πάντμα Σαμπάβα. Η ομάδα που συγκεντρώθηκε εκεί περιλάμβανε όχι μόνο τους παλιότερους μαθητές του Τσόκυι Λόντρο, αλλά και όλα τα μέλη της Κυέντσε Λάμπρανγκ – τον Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε, την Κάντρο Τσέρινγκ Τσόντρον, τον Τσάνγκτζοντ Τσέρινγκ Πέλτζορ και πολλούς άλλους. Ο Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε εξέφρασε δυνατά την άποψη ότι την τελική απόφαση για τον τούλκου θα πρέπει να την πάρει ο Κιάπτσε Σάκυα Τρίζιν. Νομίζω ότι κάποιοι απόρησαν, γιατί ο Σάκυα Τρίζιν εκείνη την εποχή δεν ήταν παρά ένα χαριτωμένο αγόρι με τουρκουάζ σκουλαρίκια.
Ο Σάκυα Τρίζιν δέχτηκε την ευθύνη, αλλά τού πήρα πολύ καιρό να εντοπίσει έναν τούλκου. Μπορώ να φανταστώ την ανυπομονησία ή ακόμη και την αμφιβολία που διακατείχε τους μαθητές του Τσόκυι Λόντρο. Φαντάζομαι ότι επτά χρόνια ήταν μεγάλος χρόνος αναμονής για κάποιους ανθρώπους.
Οι Θιβετιανοί αγαπούν να συγκεντρώνονται στη Μποντγκάγια τον χειμώνα για προσκύνημα. Όταν ήμουν περίπου ενός έτους, οι παππούδες μου με φέρανε στο Ναό Μαχαμπόντι για ένα τέτοιο χειμωνιάτικο προσκύνημα. Η αδερφή μου είπε ότι συνηθίζεται οι Μπουτανέζοι και οι Θιβετιανοί παππούδες να παίρνουν τα παιδιά από τους γονείς, αν έχουν παραπάνω από δύο.
Η ανυπομονησία πλανιόταν στο αέρα. Επί τρία χρόνια όλοι περίμεναν ένα σημάδι απ’ τον Σάκυα Τρίζιν, αλλά τίποτε. Ο Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε βρισκόταν στη Μποντγκάγια κάνοντας την άσκησή του. Όταν με είδε στην αγκαλιά των παππούδων μου στον ναό, φώναξε τον παλιό ακόλουθο του Τσόκυι Λόντρο, Τάσι Νάμκγυαλ και είπε «κοίτα, κοίτα αυτό το παιδί, νομίζω πως είναι η ενσάρκωση του Τσόκυι Λόντρο Ρίνποτσε». Ο Τάσι Νάμγκυαλ τσατίστηκε στ’αλήθεια με τον Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε. Εκνευρίστηκε επειδή είχαν όλοι συμφωνήσει ότι ο Κιάπτσε Σάκυα Τρίζιν και μόνον ο Κιάπτσε Σάκυα Τρίζιν θα μπορούσε να κάνει μια τέτοια δήλωση. Είπε του Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε να σωπάσει και να μην εκφράζει ανοιχτά αυτές τις σκέψεις του, γιατί αν κάτι διέρρεε, θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόβλημα. Ιδιαίτερα αφού ο ίδιος ο Ρίνποτσε είχε υποδείξει τον Σάκυα Τρίζιν ως υπεύθυνο για αυτή την απόφαση. Έτσι ακριβώς η υπόθεση των τούλκου γίνεται περίπλοκη. Σε απάντηση, ο Ντίλγκο Κυένστε Ρίνποτσε είπε «Αν ο Σάκυα Τρίζιν είναι παντογνώστης, θα πει το ίδιο πράγμα».
Το 1966, η χήρα του Τσόκυι Λόντρο, η Κάντρο Τσέρινγκ Τσόντρον, διέμενε στο παρεκκλήσι του παλατιού στην Γκάνγκτοκ στο Σικκίμ, όταν έλαβε ένα τηλεγράφημα από τον Κιάπτσε Σάκυα Τρίζιν, που ήταν τότε 21 ετών. Ήταν ένα λεπτό ροζ χαρτί, διπλωμένο στα τρία. Το μήνυμα ήταν στα αγγλικά, γεμάτο από τη λέξη «stop» και δήλωνε ότι το δεύτερο παιδί και μεγαλύτερος γιος του Τίνλευ Νόρμπου ήταν η ενσάρκωση του Τζάμυανγκ Κυέντσε Τσόκυι Λόντρο. Τότε ήταν που μου δόθηκε το επίσημο όνομα Τζάμυανγκ Τούμπτεν Τσόκυι Γκυάτσο, που σημαίνει «Ευγενική Φωνή Ωκεανός του Ντάρμα του Βούδα».