Επεισόδιο 6: Περί Μνήμης και Κομψότητας

από | Οκτ 13, 2016 | 0 Σχόλια

Οι αναμνήσεις δεν είναι για τους φωτισμένους. Οι φωτισμένοι δεν θυμούνται, επειδή γι’ αυτούς δεν υπάρχει παρελθόν. Το παρελθόν – εξ ου και το παρόν και το μέλλον – είναι για όντα σαν κι εμάς, που χρησιμοποιούν το παρελθόν ως αναφορά και μετά περιμένουν και υποθέτουν ότι θα έρθει κάποιο μέλλον.

Έχω πολλές αναμνήσεις. Αλλά είμαι εξίσου σίγουρος ότι δεν έχω πολλές αναμνήσεις. Κάποιες έχουν χαθεί για πάντα και κάποιες άλλες βρίσκονται χαμηλά, και ξαναζωντανεύουν μόνο από κάποια απλή αιτία, όπως η μυρωδιά του κόλιανδρου. Πολύ κρίμα, γιατί το να έχω αναμνήσεις αποδεικνύει ότι δεν είμαι ένα μεγαλειώδες ον. Αλλά για τώρα, η μνήμη χρησιμεύει ως ένα μεγάλο μέρος του δρόμου μου.

Kurjey Lhakang. Photo by Tara Digesu.

Κούρτζευ Λάκανγκ, φωτογραφία από Τάρα Ντι Τζέζου

Τον Αύγουστο του 2016, μπήκα στο Κούρτζευ Λάκανγκ στο Μπούμτανγκ, όπου δεν είχα βρεθεί για σχεδόν τρεις δεκαετίες. Η Μεγαλειότητά της Άσι Κέζανγκ Τσόντεν Ουάνγκτσουκ, που τώρα είναι η Βασιλομήτωρ γιαγιά, έχτισε το Κάτζε Λάκανγκ το 1990 σε αυτό το ιερό μέρος στο κεντρικό Μπουτάν, το οποίο κάποτε υπήρξε το κέντρο της Μπουτανέζικης αριστοκρατίας. Ήταν η έδρα της γενεαλογίας Ουάνγκτσουκ μέχρι το 1950. Ο ναός της είναι ένα επιπλέον στολίδι σε αυτό το όμορφο στέμμα του Μπούμτανγκ.

Η αίθουσα του κυρίως ναού είναι αρκετά ευρύχωρη για μεγάλες δημόσιες συναθροίσεις, αλλά έχει ένα στενό μακρύ ανοιχτό διάδρομο στο πλάι, σχεδόν σαν βεράντα, πράγμα που είναι τυπικό στους ναούς του Μπουτάν. Πολλές καμπάνες συνήθως κρέμονται εκεί, και οι άνθρωποι τις χτυπούν πού και πού. Δεν είναι το πιο κατάλληλο μέρος για ένα κρεβάτι. Αλλά όταν μπήκα στον ναό με τη χαρακτηριστική ατμόσφαιρα και οσμή, αναδύθηκαν αμέσως μνήμες του Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε να κάθεται στο κρεβάτι του σε αυτή τη βεράντα. Άραζε εκεί για βδομάδες ή και για μήνες, την ώρα που εγώ και κάποιοι άλλοι ακόλουθοί του κοιμόμασταν μέσα στον κυρίως ναό, μαζεύοντας τα στρώματά μας την ημέρα. Υπό μια καλομαθημένη ανθρώπινη οπτική γωνία, δεν ήταν βιώσιμο, ήταν σαν να παρκάρεις το σώμα σου σε ένα δωμάτιο που συνδέεται με μια αίθουσα δεξιώσεων. Δεν υπήρχε πόρτα στη βεράντα που να μπορεί να κλείσει, ούτε τουαλέτα, ούτε μπάνιο. Δεν υπήρχε καμμιά ντουλάπα ή τραπεζάκι στη γωνία, δεν υπήρχαν ανέσεις. Αλλά αυτός έτρωγε εκεί, κοιμόταν εκεί, είχε τακτικά διπλωμένα τα ρούχα του, έγραφε εκεί και έκανε τις ακροάσεις του εκεί. Το μόνο που είχε ήταν μια λεπτή κουρτίνα, που έτσι κι αλλιώς σχεδόν πάντα ήταν ανοιχτή.

dkr_03Ήταν ωραία που γύρισα στο Κούρτζευ. Μερικούς μήνες πριν, είχα λάβει ένα ιδιόχειρο γράμμα από την Μεγαλειότητά της, μέσα σε ένα κομψό φάκελο σφραγισμένο με βουλοκέρι, που μού παραχωρούσε με χάρη την άδεια να καθοδηγήσω εκεί ένα ντρούπτσεν. Αν και είναι τόσο απασχολημένη, η Μεγαλειότητά της πάντοτε γράφει ιδιοχείρως τις προσκλήσεις της. Αυτή την κομψότητα προσπάθησα να την μιμηθώ στις δικές μου επικοινωνίες, αλλά μετά κατάλαβα ότι χρειάζεται πολύ χρόνο και υπομονή, οπότε φυσικά, τα παράτησα. Καθώς έλαβα αυτή την επιστολή, μια άλλη ανάμνηση ξεπήδησε:

Dechencholing Palace

Το Παλάτι του Ντέτσεν Τσόλινγκ

Η πρώτη φορά που συνάντησα την μεγαλειότητά της ήταν στο Παλάτι Ντέτσεν Τσόλινγκ στο Τίμπου, όπου ζούσε πριν από πολλά χρόνια, επί βασιλείας του τρίτου και τέταρτου βασιλιά, 1953-2009. Μού έκανε εξαιρετική εντύπωση επειδή εκεί ανακάλυψα τι σημαίνει καλό γούστο. Το Ντέτσεν Τσόλινγκ είναι το πιο όμορφο και κομψό κτήριο στο Μπουτάν. Πολλές ευκατάστατες ελίτ έχουν χτίσει νεότερες και ακριβότερες κατοικίες, αλλά συχνά είναι φανταχτερές, υπερβολικά διακοσμημένες με σκαλίσματα και τοιχογραφίες, πηγμένα μέχρι το ταβάνι με ταυλανδέζικα μπιχλιμπίδια. Πρέπει να πω ότι ανησυχώ πολύ ότι το Μπουτανέζικο γούστο ποτέ δεν θα ξεπεράσει την Μπανγκόκ. Πραγματικά με ανατριχιάζει.

Αλλά τη στιγμή που εισέρχεσαι στον κήπο του Παλατιού Ντέτσεν Τσόλινγκ, μένεις έκθαμβος από την απλότητα, μπορείς να νιώσεις τον μοναδικό Μπουτανέζικο χαρακτήρα. Μπορείς να διακρίνεις επίσης μια υποψία Εγγλέζικου κήπου, υπονοώντας ότι όποιος μένει εκεί, έχει περάσει κάποιο χρόνο τριγυρνώντας σε μακρινά μέρη, σαν το Ρίτζεντς Παρκ στο Λονδίνο. Το Μπουτάν δεν έχει ιστορικό καλλιέργειας βοτανικών κήπων και δημόσιου πρασίνου, κι έτσι η Μεγαλειότητά της έπρεπε να βρει αλλού την επιρροή για να δημιουργήσει το δικό της Μπουτανέζικο στυλ. Ο κήπος της ενείχε ένα άγριο στοιχείο. Θυμάμαι καθαρά μια φορά που είδα δυο αρκουδάκια να τρέχουν τριγύρω.

Regents Park

Πάρκο Ρίτζεντς

Είχα την τύχη να προσκαλεστώ ξανά από την Μεγαλειότητά της πολλές φορές και πάντοτε μού έδινε μεγάλη χαρά – είτε επρόκειτο μόνο για μένα, είτε μια μεγαλύτερη ομάδα, για δείπνο, μεσημεριανό ή απογευματινό τσάι – επειδή όλα γινόταν σαν μια τελετουργία. Στην είσοδο, τους καλεσμένους υποδεχόταν μια φυσικού μεγέθους ζωγραφιά του Ρίγκτζιν Τζάτσον Νυίνγκπο, ενός από τους πιο σημαντικούς αποκαλυπτές θησαυρών της παράδοσης των Νυίγκμα.  Πολύ αργότερα έμαθα ότι είχε παραγγείλει αυτό το πορτρέτο μετά από υπόδειξη του Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε. Πριν καν αντικρίσω την βασίλισσα, υπήρχε τόσο μεγαλειώδης ατμόσφαιρα, ο τρόπος που φερόταν οι άνθρωποι αναμένοντας την παρουσία της. Πρώτα μας συναντούσε στην πύλη ο προσωπικός της βοηθός ντυμένος με πλήρη στρατιωτική εξάρτυση. Αν και ήμουν ένας απλός νεαρός τούλκου, έβγαζε τον μπερέ του και έσκυβε να δεχτεί ευλογία, αντί να χαιρετήσει με τον συνηθισμένο χαιρετισμό. Έπειτα μας οδηγούσε στη πόρτα του παλατιού, όπου περίμενε η Μεγαλειότητά της.

Όποια κι αν ήταν η περίσταση στο Ντέτσεν Τσόλινγκ, η Μεγαλειότητά της χαιρετούσε προσωπικά τον κάθε καλεσμένο και συζητούσε προσεκτικά με τον καθένα ξεχωριστά. Την θυμάμαι πολύ όμορφη. Δεν φορούσε πολύ μακιγιάζ, και η μπλούζα και το μαντήλι της ήταν πάντοτε πολύ κομψά και απλά. Η βοηθός της τής έδινε μια κάτα (τελετουργικό μαντήλι) κι ανταλλάσσαμε μαντήλια, αλλά πάντα κατάφερνε να τοποθετήσει το δικό της κάτω από το δικό μου. Αυτή η ταπεινότητα την έκανε να λάμπει ακόμη παραπάνω στα μάτια μου.

The socks Στη συνέχεια, περνούσαμε μέσα, όπου όλοι οι υπηρέτες ήταν ξυπόλητοι. Νομίζω πως τα γυμνά πόδια είναι το τέλειο αξεσουάρ της παραδοσιακής αντρικής φορεσιάς γκο του Μπουτάν. Ένα χειροποίητο Μπουτανέζικο γκο συνδυασμένο με αθλητικές κάλτσες και παπούτσια Nike, δεν μου κολλάει. Αυτοί οι φροντιστές ήταν τόσο καλά εκπαιδευμένοι, που κινούνταν γοργά κι ανεπαίσθητα στους διαδρόμους, ενώ εγώ έπρεπε να προσέχω μην γλιστρήσω στα τόσο καλογυαλισμένα πατώματα.

Από εκεί μας οδηγούσαν στον πάνω όροφο σε ένα μεγαλόπρεπο σαλόνι. Οι τοίχοι ήταν όμορφα βαμμένοι με παραδοσιακές μπουτανέζικες φυτικές βαφές και ήταν τόσο λιτοί, όχι φωτεινοί ή φανταχτεροί. Δεν υπήρχαν ούτε ιταλικοί καναπέδες ούτε κινέζικα τραπεζάκια. Τα ντιβάνια και τα απλά τραπέζια που ήταν διάσπαρτα στον χώρο, ήταν όλα παραδοσιακά Μπουτανέζικα. Οι πορτοκαλόχρωμοι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με υπέροχες ασπρόμαυρες φωτογραφίες της βασιλικής οικογένειας, τέλεια κορνιζαρισμένες. Και σε μια γωνία βρισκόταν ένα ιερό του Βούδα Σακυαμούνι, με τις προσφορές σχολαστικά διατεταγμένες, όχι φύρδην μίγδην, με το κάθε αντικείμενο να έχει διαλεχτεί και τοποθετηθεί προσεκτικά.  Εκεί διεξήγαγε τις τελετές ο Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε. Μερικές φορές, παρευρισκόταν ακόμη κι αυτός κατά τη διάρκεια αυτών των επισκέψεων.

Η Μεγαλειότητά της πάντοτε επέμενε να με βάζει να κάθομαι σε ένα ιδιαίτερο ντιβάνι με ένα κάλυμμα από μπροκάρ, και μετά οι υπόλοιποι έπαιρναν τις θέσεις τους. Ο πρώτος γύρος περιλάμβανε παραδοσιακό μπουτανέζικο τσάι με ρύζι σαφράν, σερβιρισμένα σε φλυτζάνια ελεφαντόδοντου, με ασημένια κουταλάκια. Τα φλυτζάνια μας δεν έμεναν ποτέ άδεια. Μετά ερχόταν το μπάνγκτσουνγκ γεμιστό με μπουτανέζικες νιφάδες καλαμποκιού, τηγανητό φουσκωτό ρύζι και άλλα μικρά μεζεδάκια παρασκευασμένα στην εντέλεια μέσα στο παλάτι, όχι αγοραστά από έξω.

Το γεύμα σερβιριζόταν είτε εκεί επιτόπου είτε στη τραπεζαρία. Οι υπηρέτες κατεύθαναν με δίσκους γεμάτους μαχαιροπήρουνα, σερβίτσια, ποτήρια και πετσέτες. Τα χρώματα και τα σχέδια όλα αρμονικά συνδυασμένα και φυσικά οι πετσέτες φρεσκοσιδερωμένες. Η Μεγαλειότητά της συζητούσε με τον καθένα μας ξεχωριστά γύρω στο δωμάτιο και διηγούταν ενδιαφέρουσες ιστορίες. Μιλούσε τόσο απαλά που έπρεπε να ακούμε προσεκτικά. Και πάντα επέμενε να τρώω πολύ. «Αν τρως εσύ, εγώ θα είμαι υγιής», έλεγε, κι έτσι πάντα έσκαγα στο φαΐ.

Το γεύμα ακολουθούσε καφές ή τσάι στο σαλόνι. Μερικές φορές πήγαινα στο παλάτι μόνο για τσάι. Το εγγλέζικο τσάι προσφέρονταν με προσοχή στη λεπτομέρεια, από την επιλογή του τσαγιού και του σερβίτσιου, μέχρι τη γαλατιέρα και το ζέσταμά του. Πάντοτε επιτηρούσε τους υπηρέτες (τσάνκαπς) να σιγουρευτεί ότι πρώτα έχυναν το τσάι και μετά το γάλα. Πιστεύω ότι θα πρέπει να είχε διαβάσει τη πραγματεία τού να φτιάχνεις ένα σωστό φλυτζάνι τσάι του Τζορτζ Οργουελ. Μερικές φορές σερβίριζε φρέσκο τσάι μέντας σε μικρά χρωματιστά ποτήρια. Ο, τι κι αν έκανε το έκανε με κομψότητα – είτε επρόκειτο για Μπουτανέζικη κομψότητα, είτε για Βρετανική κομψότητα, ή κάποιου άλλου είδους κομψότητα. Παρόμοια ανυπόκριτη, διακριτική κι εκλεπτυσμένη κομψότητα είναι πολύ δύσκολο να συναντήσεις στο σημερινό κόσμο.

Παρατήρησα την εμφάνιση ενός Κινέζικου και Θιβετανικού νεοπλουτισμού. Όταν ήμουν στο Θιβέτ, μερικά χρόνια πριν, συνάντησα έναν Κάμπα που είχε επιχρυσώσει το ¼ του στόματός του. Μου είπε ότι σκεφτόταν να κάνει και το υπόλοιπο στόμα χρυσό, επειδή αν δεν επιδεικνύεις τον πλούτο σου, οι άνθρωποι σε υποτιμούν. Και πρόσφατα, όταν πήγα στη Λάσα, οι διοργανωτές μού έκλεισαν δωμάτιο στο Ξενοδοχείο Ιντερκοντινένταλ Η κλίμακα του ξενοδοχείου ήταν ογκώδης. Η τουαλέτα ήταν σχεδόν όσο το σπίτι μου στο Μπιρ. Οι Κινέζοι φαίνεται να ξεχνούν ότι το μικρό μπορεί να είναι όμορφο. Τα σχέδια στα μάρμαρα και στους πολυέλαιους ήταν τόσο υπερβολικά, που καταντούσαν φανταχτερά. Αλλά ένας ντόπιος μού είπε ότι ήταν το πιο δημοφιλές μέρος για τους Θιβετιανούς, για να επιδείξουν τον πλούτο τους. Οπότε, οι άνθρωποι έχουν διαφορετικούς τρόπους να αντιμετωπίζουν τις ανασφάλειές τους και να δείχνουν την αυτοπεποίθησή τους.

Her Majesty Ashi Kesang Choeden Wangchuck

Η Αυτής Μεγαλειότητα Άσι Κέσανγκ Τσόντεν Ουάνγκτσουκ

Το στυλ της Μεγαλειότητάς της είναι να είναι κομψή σε όλα. Η αυτοπεποίθησή της είναι ταπεινή. Μερικές φορές έστελνε το αυτοκίνητό της να με πάρει. Αφού ήμουν πολύ περίεργος, μια φορά πάτησα το play στο στέρεο του αυτοκινήτου της να δω τί άκουγε. Ήταν ένα κονσέρτο για τσέλο του Ντβόρζακ. Και ήταν από τους σπάνιους ανθρώπους τότε παλιά που είχαν καλό γούστο στις ταινίες. Είχε συλλογές από ταινίες σκηνοθετών σαν τον Κουροσάβα.

Έμαθα τόσα πολλά κοντά στην Βασιλομήτορα, κυρίως από την απόλυτη ευλάβειά της και τον σεβασμό της απέναντι στον Κιάπτσε Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε. Είχε ζήσει στο Παλάτι Ντέτσεν Τσόλινγκ για πολλά χρόνια. Ακόμη και μετά τον θάνατό του, έκανε πολλούς προστερνισμούς στον θρόνο του και προσευχόταν στον Γκούρου Ρίνποτσε. Μερικές φορές την αφουγκραζόμουν και συχνά την άκουγα να του μιλάει, σαν να μιλούσε απευθείας στον Γκούρου Ρίνποτσε ή στη θεότητα. Τώρα πια έχω μάθει να το κάνω κι εγώ ο ίδιος κι ενθαρρύνω τους μαθητές μου να το κάνουν, επειδή μετά από όλες τις συνθέσεις προσευχών, είναι τόσο καλό απλά να μιλάμε. Είναι πολύ πιο προσωπικό και κατά καιρούς, καλύτερο από το να διαβάζεις κάποια ποιητική σάντανα. Αν απαγγέλεις κάτι από μνήμης, καταλήγεις να παπαγαλίζεις, χωρίς να σκέφτεσαι τα λόγια.

Εγώ και πολλοί σύγχρονοί μου εξακολουθούμε να αποδίδουμε τιμή και σεβασμό στην Μεγαλειότητά της, όχι μόνον επειδή ήταν μια βασίλισσα, αλλά για ό, τι έκανε για το Ντάρμα και για το Μπουτάν και για ό,τι εκφράζει. Όταν είχα την τιμή να την ξανασυναντήσω μετά το ντρούπτσεν τον Αύγουστο, η παρουσία της ξανά έφερε στον νου μου όλες τις πολύτιμες αναμνήσεις των ημερών εκείνων όταν μάς φρόντιζε και μάς προστάτευε τόσο πολύ ο Ντίλγκο Κυέντσε Ρίνποτσε. Υποθέτω ότι οι αναμνήσεις μπορεί παρ’ όλα αυτά να είναι χρήσιμες.

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *